Βρισκόταν καθισμένος στο πάτωμα με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο, έχοντας τον στην αγκαλιά του.

Είχε ηρεμήσει πια και το σώμα του ήταν χαλαρό, δεν τρανταζόταν πλέον από τους λυγμούς.

Ο Χάρι δεν άντεχε να τον βλέπει έτσι. Ήταν σαν να του κάρφωναν ένα μαχαίρι στην καρδιά. Τον προτιμούσε σκληρό και γοητευτικά ενοχλητικό. Του άρεσε όταν τον εκνεύριζε και του έκανε την ζωή δύσκολη. Αυτός ήταν ο λόγος που τον ερωτεύτηκε όμως τώρα ενώ τον είχε στα χέρια του και χάιδευε απαλά τα ξανθά μαλλιά του κατάλαβε πως τον αγαπούσε. Πόσο του άρεσε ο τρόπος που λαμπύριζαν στο φως, πιο λαμπερά από τον ήλιο.

Του άρεσε να τον παρατηρεί και να ανακαλύπτει όλα τα μικρά χαριτωμένα πράγματα που έκανε χωρίς να το καταλαβαίνει. Ο τρόπος που έπαιζε με το δακτυλίδι του όταν ήταν χαμένος στις σκέψεις του ή ο υπέροχος τρόπος που περνούσε τα δάχτυλα του μέσα από τα μαλλιά του όταν ήταν αμήχανος. Ήταν απίστευτα υπέροχος.

Ακουμπούσε το κεφάλι του στο στήθος του και άκουγε τους χτύπους της καρδιάς του. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή του που ένιωθε ασφαλής. Πλέον ήξερε που ανήκε. Εκεί μέσα στα χέρια του.

Του είχε αποκαλύψει την αδύναμη πλευρά του εαυτού του αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν ήθελε να παίζει θέατρο πια μαζί του και να παριστάνει τον δυνατό. Ήθελε να είναι ο εαυτός του. Μόνο μαζί του μπορούσε να είναι αληθινός.

Ήταν ο μόνος που του πήγαινε κόντρα, που τον έκανε να δει πως υπήρχε και ένας άλλος εαυτός του. Ο μόνος για τον οποίο θέλησε να αλλάξει. Για τον οποίο άξιζε να αλλάξει, να προσπαθήσει, να κάνει λάθη, να ζήσει. Ο μόνος που άξιζε να αγαπήσει και να παλέψει για χάρη του.

Βρισκόταν μέσα στα χέρια του και δεν φοβόταν τίποτα και κανέναν. Δεν τον ένοιαζε η γνώμη του πατέρα του ή το ενδεχόμενο να μην φέρει εις πέρας την αποστολή του με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει ο σκοτεινός άρχοντας. Το μόνο που είχε σημασία ήταν πως βρισκόταν μέσα στα χέρια του και άκουγε τον ήχο της καρδιάς του.

Μακάρι να μπορούσε να παγώσει τον χρόνο και να μείνουν για πάντα έτσι αγκαλιασμένοι.

Θα μπορούσε να πεθάνει αυτήν ακριβώς την στιγμή. Και παραλίγο να το κάνει όταν άκουσε την φωνή του να ψιθυρίζει

"Σ αγαπάω. Πανάθεμα με σ' αγαπάω Ντράκο"